μονολογώ


μονολογώ
[монолого] р. говорить с самим собой,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μονολογώ" в других словарях:

  • μονολογώ — μονολογώ, μονολόγησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μονολογώ — έω μιλώ μόνος χωρίς να υπάρχει κανείς που να μέ ακούει. [ΕΤΥΜΟΛ. < μονόλογος. Η λ. μαρτυρείται από το 1782 στον Αδ. Κοραή] …   Dictionary of Greek

  • μονολογώ — μονολόγησα, μιλώ μόνος μου, απευθύνομαι στον εαυτό μου: Τον άκουγαν συχνά να μονολογεί στο δρόμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -λογώ — (AM λογῶ, έω) β΄ συνθετικό ρημάτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, τα οποία αρχικά σχηματίστηκαν από ονόματα σε λόγος (πρβλ. αισχρολογώ < αισχρολόγος), ενώ στη συνέχεια το β συνθετικό λογώ λειτούργησε ως παραγωγική κατάληξη, με αποτέλεσμα να… …   Dictionary of Greek

  • εμαυτού — ής (AM ἐμαυτοῡ, ῆς Α και ἐμεωυτοῡ και ἐμωυτοῡ, ῆς) αυτοπαθής αντωνυμία α εν. προσώπου, μόνο στις πλάγιες πτώσεις («εμένα τού ίδιου, τού ίδιου τού εαυτού μου»). νεοελλ. φρ. 1. «ομιλώ κατ εμαυτόν» μονολογώ 2. «διαθέτω κατά βούληση τα εμαυτού» τα… …   Dictionary of Greek

  • παραμιλώ — άω 1. μιλώ πάρα πολύ, είμαι πολύ φλύαρος 2. μιλώ μόνος μου, στον εαυτό μου, μονολογώ 3. λέω ασυνάρτητα λόγια κατά τη διάρκεια τού ύπνου μου, παραληρώ …   Dictionary of Greek

  • υπογογγύζω — ΜΑ σιγομουρμουρίζω, μονολογώ με παράπονο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + γογγύζω «μουρμουρίζω»] …   Dictionary of Greek